κεκᾰδήσω , κεκάδοντο , κεκαδών , v. χάζομαι :—but for κεκαδήσομαι , v. κήδω :—for κεκαδδίχθαι , v. κάδδιχος . κεκαδμένος , v. καίνυμαι . κεκᾰδήσω,κεκάδοντο,κεκαδών, A. v. χάζομαι :—but forκεκαδήσομα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεκᾰδήσω , κεκάδοντο , κεκαδών , v. χάζομαι :—but for κεκαδήσομαι , v. κήδω :—for κεκαδδίχθαι , v. κάδδιχος . κεκαδμένος , v. καίνυμαι . κεκᾰδήσω,κεκάδοντο,κεκαδών, A. v. χάζομαι :—but forκεκαδήσομα
give way before ὑποχάζομαι,aor. -κεκαδόμην(v. infr.):— A. give way beforesome one, ὑπὸ δὲ Τρῶες κεκάδοντο Il. 4.497 ; καί οἱ . . Ζεὺς . . ὑποχάζεται A.R. 1.1101 .
cause to retire; χάζω, A. cause to retire; Act. only in Hsch. and in compd.ἀναχάζω(also παραχάζω, προχάζω Hsch. ), and in Ep. redupl.aor. κέκᾰδον, fut. κεκᾰδήσω:—force to retire from, bereaveordep