κεκᾰδήσω , κεκάδοντο , κεκαδών , v. χάζομαι :—but for κεκαδήσομαι , v. κήδω :—for κεκαδδίχθαι , v. κάδδιχος . κεκαδμένος , v. καίνυμαι . κεκᾰδήσω,κεκάδοντο,κεκαδών, A. v. χάζομαι :—but forκεκαδήσομα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεκᾰδήσω , κεκάδοντο , κεκαδών , v. χάζομαι :—but for κεκαδήσομαι , v. κήδω :—for κεκαδδίχθαι , v. κάδδιχος . κεκαδμένος , v. καίνυμαι . κεκᾰδήσω,κεκάδοντο,κεκαδών, A. v. χάζομαι :—but forκεκαδήσομα