κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
κᾰλέω , Aeol. κάλημι (q.v.), Ep. inf. καλήμεναι Il. 10.125 : Ion. impf. καλέεσκον 6.402 ; 3 sg. κάλεσκε A.R. 4.1514 : fut. , Ion. καλέω Il. 3.383 , Att. καλῶ Pl. Smp. 175a , X. Smp. 1.15 , etc.; later