κύθε , κεκύθωσι , v. κεύθω . κύθε,κεκύθωσι, A. v. κεύθω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κύθε , κεκύθωσι , v. κεύθω . κύθε,κεκύθωσι, A. v. κεύθω .
κεκρύφαται [ῠ] , v. κρύπτω . κέκτικε: τέτοκεν , Hsch. κεκύθωσι [ῠ] , v. κεύθω . κεκύκη: καμπύλη , Id. κέκυλτα: δῶρα τὰ τῇ χειρὶ ἑλκόμενα , Id. κεκρύφαται [ῠ], A. v. κρύπτω .κέκτικε: τέτοκεν, Hsch.
custos κεύθω,fut. A. κεύσω Od. 3.187 :aor. 1 ἔκευσα(ἐπ-) 15.263 : Ep. aor. κύθε [ῠ] 3.16 , Eratosth. 4 , redupl.subj. κεκύθω [ῠ] Od. 6.303 :pf. κέκευθα Il. 22.118 :plpf. ἐκεκεύθειν, κεκ-, Od.