κερᾰμαῖοις , α , ον , v. κεραμεοῦς . κερᾰμαῖοις,α,ον, A. v. κεραμεοῦς .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κερᾰμαῖοις , α , ον , v. κεραμεοῦς . κερᾰμαῖοις,α,ον, A. v. κεραμεοῦς .
of clay κερᾰμ-εοῦς,ᾶ,οῦν, (κέραμος) A. of clayorearth, earthen, μάνην εἶχε κεραμεοῦν ἁδρόν Nico 1 , cf. IG 22.463.51 , Thphr. HP 5.3.2 , Phld. Mort. 39 , Dsc. 1.71 ;τὸ χρῶμα κεραμεοῦςAlex.Mynd. ap.