κλῖτος , εος , τό , v. κλεῖτος (B). κλῑτύς , v. κλειτύς . κλῖτος,εος,τό, A. v. κλεῖτος (B).κλῑτύς, v. κλειτύς .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κλῖτος , εος , τό , v. κλεῖτος (B). κλῑτύς , v. κλειτύς . κλῖτος,εος,τό, A. v. κλεῖτος (B).κλῑτύς, v. κλειτύς .
cut off from, ἀπο-τμήγω, Ep. forἀποτέμνω, A. cut off from, μοῦνον ἀποτμήξας πόλιος Il. 22.456 ; τὸν . . λαοῦ ἀποτμήξαντε 10.364 , etc. 2. cut off, sever, χεῖρας ἀπὸ ξίφεϊ τμήξας 11.146 ; μήδ