κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε , Hsch. :—also κοράττειν: κορακεύεσθαι , Id. κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε, Hsch. :—alsoκοράττειν: κορακεύεσθαι, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε , Hsch. :—also κοράττειν: κορακεύεσθαι , Id. κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε, Hsch. :—alsoκοράττειν: κορακεύεσθαι, Id.