κορκότιλος , v. κροκόσιλος . κορκούτης: αἰδοῖον ἀνδρῶν , Hsch. (post κορμός ). Κόρκῡρα , Κορκῡραῖος , v. Κερκ -. κορκυρεύεται: ἀπον<ο> εῖται , Id. κορκότιλος, A. v. κροκόσιλος .κορκούτης: αἰδοῖον ἀν
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κορκότιλος , v. κροκόσιλος . κορκούτης: αἰδοῖον ἀνδρῶν , Hsch. (post κορμός ). Κόρκῡρα , Κορκῡραῖος , v. Κερκ -. κορκυρεύεται: ἀπον<ο> εῖται , Id. κορκότιλος, A. v. κροκόσιλος .κορκούτης: αἰδοῖον ἀν
lizard κροκό-δῑλος,ὁ, prop. Ion. word for A. lizard, acc. to Hdt. 2.69 , etc.;κ. τριπήχεες χερσαῖοι, of thedesert monitor, genusVaranus, Id. 4.192 ; of otherlizards, Arist. Fr. 362 , LXX Le. 11.30 ,