κόρταλος , κόρταφος , v. κρόταλον, κρόταφος . κορτερά , v. κρατερός . κορτέω , v. κροτέω . κόρτη , ἡ , a Parthian garment, Hsch. κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός (prob. κροτών ), Id. κόρταλος,κόρταφος,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κόρταλος , κόρταφος , v. κρόταλον, κρόταφος . κορτερά , v. κρατερός . κορτέω , v. κροτέω . κόρτη , ἡ , a Parthian garment, Hsch. κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός (prob. κροτών ), Id. κόρταλος,κόρταφος,
make to rattle κροτ-έω, poet.κορτέω Hsch. , cf.ἀνακροτέω: (κρότος):— A. make to rattle, of horses,ὄχεα κροτέοντες rattlingthemalong, Il. 15.453 , cf. h.Ap. 234 . II. knock, strike, λέβητας Hdt. 6.