κόρταλος , κόρταφος , v. κρόταλον, κρόταφος . κορτερά , v. κρατερός . κορτέω , v. κροτέω . κόρτη , ἡ , a Parthian garment, Hsch. κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός (prob. κροτών ), Id. κόρταλος,κόρταφος,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κόρταλος , κόρταφος , v. κρόταλον, κρόταφος . κορτερά , v. κρατερός . κορτέω , v. κροτέω . κόρτη , ἡ , a Parthian garment, Hsch. κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός (prob. κροτών ), Id. κόρταλος,κόρταφος,
strong, stout, mighty κρᾰτερός,ά,όν, Ep. form ofκαρτερός, A. strong, stout, mighty, in Hom. mostly of bodily strength, κρατερός περ ἐὼν καὶ χερσὶ πεποιθώς Il. 16.624 , cf. 6.97 , Pi. I. 5(4).31 , e