κῠνᾱγέσιον , κυνᾱγέτας , κυνᾱγέτις , κυνᾱγία , v. κυνηγ -. κῠνᾱγέσιον,κυνᾱγέτας,κυνᾱγέτις,κυνᾱγία,v. κυνηγ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κῠνᾱγέσιον , κυνᾱγέτας , κυνᾱγέτις , κυνᾱγία , v. κυνηγ -. κῠνᾱγέσιον,κυνᾱγέτας,κυνᾱγέτις,κυνᾱγία,v. κυνηγ-.
ready, willing, eager, πρόθῡμος,ον, A. ready, willing, eager, π. εἰμι,c.inf., = προθυμέομαι , Hdt. 2.3 , 6.5 , al., E. Med. 720 , Antipho 5.18 ( Comp. ), etc.;π. ἔα πυθέσθαιI waseagerto learn, Hdt. 2