κόρταλος , κόρταφος , v. κρόταλον, κρόταφος . κορτερά , v. κρατερός . κορτέω , v. κροτέω . κόρτη , ἡ , a Parthian garment, Hsch. κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός (prob. κροτών ), Id. κόρταλος,κόρταφος,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κόρταλος , κόρταφος , v. κρόταλον, κρόταφος . κορτερά , v. κρατερός . κορτέω , v. κροτέω . κόρτη , ἡ , a Parthian garment, Hsch. κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός (prob. κροτών ), Id. κόρταλος,κόρταφος,
side of the forehead κρότᾰφ-ος,ὁ, A. side of the forehead, Il. 4.502 , 20.397 , Ar. Ra. 854 : mostly in pl.,temples, Il. 13.188 , al., Hdt. 4.187 , Hp. Prog. 2 , etc.; πρᾶτον ἴουλον ἀπὸ κροτάφων κατα