λῐγῠ́-κορτος , ον , = sq., Alcm. 85 B. λῐγῠ́-κορτος,ον,=sq., Alcm. 85 B.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λῐγῠ́-κορτος , ον , = sq., Alcm. 85 B. λῐγῠ́-κορτος,ον,=sq., Alcm. 85 B.
κόρταλος , κόρταφος , v. κρόταλον, κρόταφος . κορτερά , v. κρατερός . κορτέω , v. κροτέω . κόρτη , ἡ , a Parthian garment, Hsch. κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός (prob. κροτών ), Id. κόρταλος,κόρταφος,