κάνναθρον , τό , = κάναθρον . καννεύσας , Ep. for κατανεύσας , Od. 15.464 . κἀννεώσασθαι , poet. for καὶ ἀνανεώσασθαι . κάννη , v. κάννα . κάννηκες: πλέγματα ταρσῶν , Hsch. κάνναθρον,τό, A. = κάναθρ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κάνναθρον , τό , = κάναθρον . καννεύσας , Ep. for κατανεύσας , Od. 15.464 . κἀννεώσασθαι , poet. for καὶ ἀνανεώσασθαι . κάννη , v. κάννα . κάννηκες: πλέγματα ταρσῶν , Hsch. κάνναθρον,τό, A. = κάναθρ
renew, ἀνανε-όομαι,fut. A. -ώσομαι Plb. 22.7.1 , al.:aor. ἀνενεωσάμην Th. 5.43 , 46 , poet.inf. ἀννεώσασθαι, v.infr.:—renew, τὸν ὅρκον Th. 5.18 ;τὴν προξενίανib. 43 ;τὰς σπονδάςib. 80 ; φιλί