κω , v. πω . κῷα , v. Κῷος 111.3 . κωαί: ἀστράγαλοι , Hsch. (ante κώϊον , fort. κῶια ). κωάζω , = ἀστραγαλίζω , Id. = ἐνεχυράζω , Id. (also in form κοιάζω ). κω,v. πω.κῷα, A. v. Κῷος 111.3 .κωαί: ἀ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κω , v. πω . κῷα , v. Κῷος 111.3 . κωαί: ἀστράγαλοι , Hsch. (ante κώϊον , fort. κῶια ). κωάζω , = ἀστραγαλίζω , Id. = ἐνεχυράζω , Id. (also in form κοιάζω ). κω,v. πω.κῷα, A. v. Κῷος 111.3 .κωαί: ἀ
κοῦ , κου , Ion. for ποῦ, που . κοῦα: ἐνέχυρα , and κουάσαι: ἐνεχυριάσαι , Hsch. ; cf. κοῖον, κῷα . κούαγμα: σκῆμα , Id. κούαμα: μέλαν ( Lacon. ), Id. (fort. κουάνια ( ͂ κυάνεα ) : μέλανα ). κοῦ,κου,