λίγδα , v. λίγδος 111 . λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκας χέοντες, τουτέστι χοάναις , Hsch. λιγδεύει: ἀπηθεῖ , Id. λίγδα, A. v. λίγδος 111 .λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λίγδα , v. λίγδος 111 . λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκας χέοντες, τουτέστι χοάναις , Hsch. λιγδεύει: ἀπηθεῖ , Id. λίγδα, A. v. λίγδος 111 .λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκ
mortar λίγδος,ὁ, A. = θυεία ,mortar, Nic. Th. 589 , 618 , cf. S. Fr. 35 , andἴγδις. II. clay mould, Poll. 10.189 , Ael.Dion. Fr. 249 . III. lye, used as soap, Eust. 1229.27 : so in Hsch. ,λίγδα: ἡ