λαῖπος: κίναιδος, λάσταυρος , Hsch. λαιπτύηρον: ἀναπεπλασμένον, ἰσχυρόν , Id. λαί̈ς , Dor. for ληί̈ς . λαισαινοφόρος: ὁπλοφόρος , Id. λαισάς: ἡ παχεῖα ἐξωμίς , Id. λαίσασθαι: κτήσασθαι , Id. ( Dor. fo
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λαῖπος: κίναιδος, λάσταυρος , Hsch. λαιπτύηρον: ἀναπεπλασμένον, ἰσχυρόν , Id. λαί̈ς , Dor. for ληί̈ς . λαισαινοφόρος: ὁπλοφόρος , Id. λαισάς: ἡ παχεῖα ἐξωμίς , Id. λαίσασθαι: κτήσασθαι , Id. ( Dor. fo
booty, spoil λη-ί̈ς, Dor. λᾱί̈ς,ί̈δος,ἡ , Ep. form ofλεία, A. booty, spoil, mostly of cattle,ληί̈δα δ' ἐκ πεδίου συνελάσσαμεν . . , πεντήκοντα βοῶν ἀγέλας, κτλ. Il. 11.677 , cf. X. Lac. 13.11 ; then
burn up, ἐπι-φλέγω, A. burn up, πῦρ..ἐπιφλέγει ἄσπετον ὕλην Il. 2.455 ; ὄφρ' ἤτοι τοῦτον μὲν [νεκρὸν] ἐπιφλέγῃ..πῦρ 23.52 ; of an enemy, πάντα ἐπέφλεγον καὶ ἔκειρον Hdt. 8.32 ;ἐ. τὴν πόλιν set