λανίζει: λαγγάνει, βρέχει , Hsch. λανὸν κῆρ: σοφωτάτη ψυχή , Id. λανόν: λίθον , Id. λᾱνός , Dor. for ληνός . λανίζει: λαγγάνει, βρέχει, Hsch. λανὸν κῆρ: σοφωτάτη ψυχή, Id.λανόν: λίθον, Id.λᾱνός, Dor.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λανίζει: λαγγάνει, βρέχει , Hsch. λανὸν κῆρ: σοφωτάτη ψυχή , Id. λανόν: λίθον , Id. λᾱνός , Dor. for ληνός . λανίζει: λαγγάνει, βρέχει, Hsch. λανὸν κῆρ: σοφωτάτη ψυχή, Id.λανόν: λίθον, Id.λᾱνός, Dor.