λεωφόρος , ον , v. λαοφόρος . λῇ , λῇς , etc., v. λῶ . ληβόλε: λιθοβόλε, ἄξιε λιθασθῆναι , Hsch. ληβολία: δημοσία κοπρία , Id. λεωφόρος,ον, A. v. λαοφόρος .λῇ,λῇς, etc., v. λῶ .ληβόλε: λιθοβόλε, ἄξι
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λεωφόρος , ον , v. λαοφόρος . λῇ , λῇς , etc., v. λῶ . ληβόλε: λιθοβόλε, ἄξιε λιθασθῆναι , Hsch. ληβολία: δημοσία κοπρία , Id. λεωφόρος,ον, A. v. λαοφόρος .λῇ,λῇς, etc., v. λῶ .ληβόλε: λιθοβόλε, ἄξι
bearing people λᾱο-φόροςandλεωφόρος,ον, A. bearing people,λαοφόρον καθ' ὁδόνona highway, thoroughfare, Il. 15.682 ; λαοφόρου ἐπέβησαν . . κελεύθου Theoc. 25.155 ;ὑπὲρ τῶν μάλιστα λεωφόρων( v.l. λαο