μέττον: μεῖζον , Ilsch. μέττος , v. μέσος . μεττρία , = εὔθυνα , Id.; cf. μαστρεία . μέττον: μεῖζον, Ilsch.μέττος, A. v. μέσος .μεττρία, = εὔθυνα , Id.; cf.μαστρεία.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μέττον: μεῖζον , Ilsch. μέττος , v. μέσος . μεττρία , = εὔθυνα , Id.; cf. μαστρεία . μέττον: μεῖζον, Ilsch.μέττος, A. v. μέσος .μεττρία, = εὔθυνα , Id.; cf.μαστρεία.
μέγᾰς , μεγάλη [ᾰ] , μέγᾰ , gen. μεγάλου, ης , ου , dat. μεγάλῳ, ῃ, ῳ , acc. μέγᾰν, μεγάλην, μέγᾰ ; dual μεγάλω, α , ω ; pl. μεγάλοι, μεγάλαι, μεγάλα , etc.: the stem μεγάλο - is never used in sg. nom