μαιθαῦ: οἴμοι , Hsch. μαίθη: καρδία πρὸς τοῖς ἱεροῖς , Id. μαίμα: τῶν ὀρνίθων ἡ κοιλία , Id. μαιμάζω , = μαιμάω , Ph. 1.391 , cj. in Suid. μαιθαῦ: οἴμοι, Hsch. μαίθη: καρδία πρὸς τοῖς ἱεροῖς, Id.μαίμ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μαιθαῦ: οἴμοι , Hsch. μαίθη: καρδία πρὸς τοῖς ἱεροῖς , Id. μαίμα: τῶν ὀρνίθων ἡ κοιλία , Id. μαιμάζω , = μαιμάω , Ph. 1.391 , cj. in Suid. μαιθαῦ: οἴμοι, Hsch. μαίθη: καρδία πρὸς τοῖς ἱεροῖς, Id.μαίμ
to be very eager, quiver with eagerness μαιμάω(redupl., cf.Μάω), Ep. 3 pl. μαιμώωσι,part. μαιμώων, -ώωσα, Hom. (v. infr.); Aeol. part. μαιμάεντι: ἐνεργῶς κινουμένῳ, Hsch. : Ep. aor. A. μαίμησα I