μάκκορ: ἐργαλεῖον γεωργικὸν ὡς δίκελλα , Hsch. ; cf. μάκελλα . μακκούρᾳ: χειρὶ σιδηρᾷ ᾗ χρῶνται πρὸς τοὺς ἵππους , Id. μᾶκος , τό , Dor. for μῆκος . μακούνιον: δίκτυον κιχλῶν, ὅπερ τινὲς νεφέλην , Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μάκκορ: ἐργαλεῖον γεωργικὸν ὡς δίκελλα , Hsch. ; cf. μάκελλα . μακκούρᾳ: χειρὶ σιδηρᾷ ᾗ χρῶνται πρὸς τοὺς ἵππους , Id. μᾶκος , τό , Dor. for μῆκος . μακούνιον: δίκτυον κιχλῶν, ὅπερ τινὲς νεφέλην , Id.