ἐριστήρ: μαρσίππιον ( -ίπιος cod.), σάκκος, ἢ ἕρκτης καὶ πράκτης, Hsch. (leg. ἑρκτήρ ). ἐριστήρ: μαρσίππιον(-ίπιοςcod.),σάκκος, ἢ ἕρκτης καὶ πράκτης, Hsch. (leg.ἑρκτήρ).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐριστήρ: μαρσίππιον ( -ίπιος cod.), σάκκος, ἢ ἕρκτης καὶ πράκτης, Hsch. (leg. ἑρκτήρ ). ἐριστήρ: μαρσίππιον(-ίπιοςcod.),σάκκος, ἢ ἕρκτης καὶ πράκτης, Hsch. (leg.ἑρκτήρ).
φάγυλοι: μαστοί, μάρσιπποι, Hsch. ; cf. φαγύλιον: μαρσίππιον, Phot. φάγυλοι: μαστοί, μάρσιπποι, Hsch. ; cf.φαγύλιον: μαρσίππιον, Phot.
bag, pouch μάρσιππος,ὁ, A. bag, pouch, X. An. 4.3.11 , PPetr. 3p.257 (iii B.C.), PSI 4.427.1 , al.(iii B.C.), PCair.Zen. 69.14 (iii B.C.), LXX Ge. 42.27 , al.,f.l. in D.S. 20.41 ;poultice, Sor. 2.