ματταβεῖ: περιβλέπει, ἀδημονεῖ ; also ματταβόμενος: μέλλων καὶ ἀποκνῶν , ματτάβης: ἀπορῶν , and μάτταβος , ον , = μωρός , Hsch. ματταβεῖ: περιβλέπει, ἀδημονεῖ; alsoματταβόμενος: μέλλων καὶ ἀποκνῶν,ματ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ματταβεῖ: περιβλέπει, ἀδημονεῖ ; also ματταβόμενος: μέλλων καὶ ἀποκνῶν , ματτάβης: ἀπορῶν , and μάτταβος , ον , = μωρός , Hsch. ματταβεῖ: περιβλέπει, ἀδημονεῖ; alsoματταβόμενος: μέλλων καὶ ἀποκνῶν,ματ