μερμαίρω , = μερμηρίζω , Suid. ; μερμέρω , Hsch. , Phot. ; οἱ Ἅπαντ<> μερμαιρόμενοι, = μεμφόμενοι , Gal. 17(2).189 (s. v. l.). μερμαίρω, A. = μερμηρίζω , Suid. ;μερμέρω, Hsch. , Phot. ;οἱ Ἅπαντ<> με
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μερμαίρω , = μερμηρίζω , Suid. ; μερμέρω , Hsch. , Phot. ; οἱ Ἅπαντ<> μερμαιρόμενοι, = μεμφόμενοι , Gal. 17(2).189 (s. v. l.). μερμαίρω, A. = μερμηρίζω , Suid. ;μερμέρω, Hsch. , Phot. ;οἱ Ἅπαντ<> με
wrestle πᾰλαίω, Aeol. πάλαιμιHdn.Gr. 2.930 ; Boeot. παλήωib. 949 :fut. παλαίσω:aor. ἐπάλαισα: (πάληA):— A. wrestle, οὐ γὰρ πύξ γε μαχήσεαι οὐδὲ παλαίσεις Il. 23.621 ;καί νύ κε τὸ τρίτον . . πάλαι