μνοῦνες: οἱ μηροί , Hsch. μνωί̈α , μνωί̈της , v. μνοία . μνωόμενος , μνώοντο , v. μνάομαι . μνώσκει: μίσγεται, ἔρχεται , Id. μνῶται: κινεῖται ἢ κτείνεται , Erot. (dub. l.). μνοῦνες: οἱ μηροί, Hsch. μ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μνοῦνες: οἱ μηροί , Hsch. μνωί̈α , μνωί̈της , v. μνοία . μνωόμενος , μνώοντο , v. μνάομαι . μνώσκει: μίσγεται, ἔρχεται , Id. μνῶται: κινεῖται ἢ κτείνεται , Erot. (dub. l.). μνοῦνες: οἱ μηροί, Hsch. μ
to flight, φύγᾰδε,Adv., (φῠγή) A. to flight, φύγαδε τράπε μώνυχας ἵππους Il. 8.157 , cf. 257 ; φύγαδ' αὖτις ὑποστρέψας 11.446 ; ἄλλοι φ. μνώοντο ἕκαστος 16.697 .
μνάομαι , contr. μνῶμαι , used by Hom. sts. (only in Od. ) in the contr. forms μνᾶται, μνώμεθα, μνῶνται, μνάσθω, μνᾶσθαι, μνώμενος ; cf. impf. μνᾶτο Hes. Fr. 96.1 : sts. in these contr. forms lengthd.