μυσσοτόν: πάθος περὶ τὴν ὄψιν , Hsch. μυσσωτά: γέλοια , Id. μυσσωτεύματα: ἀρτύματα , Id.; cf. μυττωτεύω . μυσς<ωτ>ότριβον: ἀλετρίβανον , Id. μυσσοτόν: πάθος περὶ τὴν ὄψιν, Hsch. μυσσωτά: γέλοια, Id.μ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μυσσοτόν: πάθος περὶ τὴν ὄψιν , Hsch. μυσσωτά: γέλοια , Id. μυσσωτεύματα: ἀρτύματα , Id.; cf. μυττωτεύω . μυσς<ωτ>ότριβον: ἀλετρίβανον , Id. μυσσοτόν: πάθος περὶ τὴν ὄψιν, Hsch. μυσσωτά: γέλοια, Id.μ