ναρεῖ: τηρεῖ , Hsch. (cf. ναρούς ). νάρειν: κύειν, κρύπτειν, ζητεῖν, κυί̈σκεσθαι, ἀμέλγεσθαι , Id. νάρη: ἡ ἄφρων καὶ μωρά , Id. ναρεῖ: τηρεῖ, Hsch. (cf.ναρούς).νάρειν: κύειν, κρύπτειν, ζητεῖν, κυί̈σκε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ναρεῖ: τηρεῖ , Hsch. (cf. ναρούς ). νάρειν: κύειν, κρύπτειν, ζητεῖν, κυί̈σκεσθαι, ἀμέλγεσθαι , Id. νάρη: ἡ ἄφρων καὶ μωρά , Id. ναρεῖ: τηρεῖ, Hsch. (cf.ναρούς).νάρειν: κύειν, κρύπτειν, ζητεῖν, κυί̈σκε