νορβά: καλή, Hsch. νορβεῖ: ἐνταμεῖται, Id. νορειά , v. νόρρος. νορβά: καλή, Hsch. νορβεῖ: ἐνταμεῖται,Id.νορειά, A. v. νόρρος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
νορβά: καλή, Hsch. νορβεῖ: ἐνταμεῖται, Id. νορειά , v. νόρρος. νορβά: καλή, Hsch. νορβεῖ: ἐνταμεῖται,Id.νορειά, A. v. νόρρος.
νορθακινοί: ἀσθενεῖς, Id. νόρρος: ἄνθος μήλινον λωτοῦ, Id.: also a tree growing by the sea (also called νορειά ), Id. νορύειν: γῆν ὀρύειν (sic), Id. νορθακινοί: ἀσθενεῖς,Id.νόρρος: ἄνθος μήλινον λωτοῦ