νοσσεύω , νοσσιά , νοσσίον , νοσσίς , νοσσοποιέω , νοσσός , νοσσοτροφέω , v. νεοσς -. νοσσεύω,νοσσιά,νοσσίον,νοσσίς,νοσσοποιέω,νοσσός,νοσσοτροφέω,v. νεοσς-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
νοσσεύω , νοσσιά , νοσσίον , νοσσίς , νοσσοποιέω , νοσσός , νοσσοτροφέω , v. νεοσς -. νοσσεύω,νοσσιά,νοσσίον,νοσσίς,νοσσοποιέω,νοσσός,νοσσοτροφέω,v. νεοσς-.