πάρφαινε , παρφάμενος , παρφάσθαι , παρφᾰσία , πάρφᾰσις , παρφέρομαι , παρφῠγέειν , poet. for παραφ- . πάρφαινε,παρφάμενος,παρφάσθαι,παρφᾰσία,πάρφᾰσις,παρφέρομαι,παρφῠγέειν, poet. forπαραφ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πάρφαινε , παρφάμενος , παρφάσθαι , παρφᾰσία , πάρφᾰσις , παρφέρομαι , παρφῠγέειν , poet. for παραφ- . πάρφαινε,παρφάμενος,παρφάσθαι,παρφᾰσία,πάρφᾰσις,παρφέρομαι,παρφῠγέειν, poet. forπαραφ-.
bring to παραφέρω, poet.παρφέρω,fut. A. παροίσω S. OC 1675 (lyr.) :— Pass. ,aor. 1 παροισθέντι: παρενεχθέντι, Hsch. :—bring toone'sside, esp. of meats,serve, set beforeone, Hdt. 1.119 , X. Cyr. 1.