περράτων , v. πεῖραρ . περρέχω , v. περιέχω . περρησιππίαν: τὴν ἀνατρέχουσαν ἵππον , Hsch. πέρροχος , v. περίοχος . περράτων, A. v. πεῖραρ .περρέχω, v. περιέχω .περρησιππίαν: τὴν ἀνατρέχουσαν ἵππον,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
περράτων , v. πεῖραρ . περρέχω , v. περιέχω . περρησιππίαν: τὴν ἀνατρέχουσαν ἵππον , Hsch. πέρροχος , v. περίοχος . περράτων, A. v. πεῖραρ .περρέχω, v. περιέχω .περρησιππίαν: τὴν ἀνατρέχουσαν ἵππον,
encompass, embrace, surround περιέχω, alsoπεριεργ-ίσχω, Th. 5.71 ; Aeol. περρέχω Sapph. Supp. 25.9 , Theoc. 30.3 :fut. περιέξω(and A. περισχήσω Th. 5.7 ):aor. περιέσχον,inf. περισχεῖν:aor. Med.