πέσσυμπτον: σκυτεῖον , Hsch. , and πεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια , Id.; cf. πίσυλλος, πεττύκια . πέσσυμπτον: σκυτεῖον, Hsch. , andπεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια, Id.; cf.πίσυλλος, πεττύκια.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πέσσυμπτον: σκυτεῖον , Hsch. , and πεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια , Id.; cf. πίσυλλος, πεττύκια . πέσσυμπτον: σκυτεῖον, Hsch. , andπεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια, Id.; cf.πίσυλλος, πεττύκια.
clippings of leather πεττεία,πετρ-ευτής,πετρ-εύω,πετρ-ός, Att. forπεσσεία, etc.πεττύκια,τά, A. clippings of leather, Moer. p.305 P. (Cf.πεσσύγγιον.)πέττω, Att. forπέσσω.πευδρία: ἀρτοθήκη, Hsch. πευθ
shoemaker πίσυγγος[ῑ],ὁ, A. = πίσσυγγος (q.v.),shoemaker, Sapph. 98 ( v.l. πίσσυγοι ), Alex.Aet. 5.7 , Herod. 7.39 (prob.), Com.Adesp. 330 :— henceπῑσύγγιον,τό,his shop, ibid., Hdn.Gr. 2.567 . (Perh