πόρρω , πόρπ-ωθεν , πορπ-ωτέρω , v. πρόσω, πρόσωθεν , etc. πορσαίνω , v. πορσύνω. πόρρω,πόρπ-ωθεν,πορπ-ωτέρω, A. v. πρόσω, πρόσωθεν , etc.πορσαίνω, v. πορσύνω.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πόρρω , πόρπ-ωθεν , πορπ-ωτέρω , v. πρόσω, πρόσωθεν , etc. πορσαίνω , v. πορσύνω. πόρρω,πόρπ-ωθεν,πορπ-ωτέρω, A. v. πρόσω, πρόσωθεν , etc.πορσαίνω, v. πορσύνω.