πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ , πρήκτης , πρηκτός , v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός. πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ,πρήκτης,πρηκτός, A. v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ , πρήκτης , πρηκτός , v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός. πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ,πρήκτης,πρηκτός, A. v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός.
treacherous person, πράκ-της,ου,ὁ, A. = πρακτήρ 1 . Suid. s.v. ῥέκτῃ ἀνδρί : Ion. πρήκτης treacherous person, Hp. Ep. 19 ( Hermes 53.67 ,cf. 76 ).