πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ , πρήκτης , πρηκτός , v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός. πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ,πρήκτης,πρηκτός, A. v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ , πρήκτης , πρηκτός , v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός. πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ,πρήκτης,πρηκτός, A. v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός.
doer, πρακ-τήρ, Ion. πρηκτήρ,ῆρος,ὁ, A. doer, πρηκτῆρά τε ἔργων Il. 9.443 : in pl.,traders, ναυτάων, οἵ τε πρηκτῆρες ἔασιν Od. 8.162 ; παίδων π. dealers in . . , Man. 6.447 . II. = πράκτωρ
worker, doer ῥεκ-τήρ,ῆρος,ὁ, (ῥέζω) A. worker, doer,likeHomer's πρηκτήρ, κακῶν Hes. Op. 191 . 2. c. gen. objecti,worker ina thing, χρυσοῖο Man. 1.297 , cf. 4.149 .