πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ , πρήκτης , πρηκτός , v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός. πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ,πρήκτης,πρηκτός, A. v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ , πρήκτης , πρηκτός , v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός. πρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ,πρήκτης,πρηκτός, A. v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός.
easy to be done εὔπρακτ-ος, Ep. -πρηκτος,ον, A. easy to be done, X. An. 2.3.20 ( Comp. ); οὐκ εὔπρηκτα κέλευθα Opp. H. 5.63 . II. well-to-do, prosperous, Vett.Val. 72.11 , Man. 1.352 .
things to be done, πρακ-τός, Ion. πρηκτός,ή,όν , ̔πράσσὠ:τὰ π. A. things to be done,i.e.matters of moral action, Arist. EN 1094a19 , 1097a22 ;τὰ π. ἀγαθάib. 1095a16 , cf. Andronic. Rhod. p.574 M.