προτιάπτω , προτιβάλλομαι , προτιειλεῖν , προτιείποι , v. προσ- . προτιάπτω,προτιβάλλομαι,προτιειλεῖν,προτιείποι, A. v. προσ- .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
προτιάπτω , προτιβάλλομαι , προτιειλεῖν , προτιείποι , v. προσ- . προτιάπτω,προτιβάλλομαι,προτιειλεῖν,προτιείποι, A. v. προσ- .
fasten to προσάπτ-ω, Ep. προτιάπτω, A. fasten toorupon, τύμβῳ π. μηδέν S. El. 432 ; στέρνοις στέρνα E. El. 1321 (anap.);κόσμον Πενθεῖ, χλιδὴν τέκνῳ, Id. Ba. 859 , Ion 27 ;τὸ ἀντίγραφον . . προσή