προτιάπτω , προτιβάλλομαι , προτιειλεῖν , προτιείποι , v. προσ- . προτιάπτω,προτιβάλλομαι,προτιειλεῖν,προτιείποι, A. v. προσ- .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
προτιάπτω , προτιβάλλομαι , προτιειλεῖν , προτιείποι , v. προσ- . προτιάπτω,προτιβάλλομαι,προτιειλεῖν,προτιείποι, A. v. προσ- .
press προσειλ-έω, Ep. προτιειλέω, A. pressorforce towards, αἰεί μιν ἐπὶ νῆας . . προτιειλεῖν Il. 10.347 ; ἆ: μὴ προσείλει χεῖρα E. Hel. 445 :— Pass. ,to be confined, cooped up, τοῖς κατὰ μέρος