πρόωφος: πρόσκοπος , Hsch. προωχὴς ἵππος: ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν μετέωρος καὶ τῷ ἀναστήματι καὶ τῇ ἱππασίᾳ , Id. πρύανος: νέος , Id. πρόωφος: πρόσκοπος, Hsch. προωχὴς ἵππος: ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν μετέωρος καὶ τ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πρόωφος: πρόσκοπος , Hsch. προωχὴς ἵππος: ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν μετέωρος καὶ τῷ ἀναστήματι καὶ τῇ ἱππασίᾳ , Id. πρύανος: νέος , Id. πρόωφος: πρόσκοπος, Hsch. προωχὴς ἵππος: ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν μετέωρος καὶ τ