διασαρκων-ίζω , = foreg., Hsch. (also διασαρκων-σαρωνίζω ); but διασαρκών-ισμα: ἀσελγές τι σχῆμα, Id. διασαρκων-ίζω,=foreg., Hsch. (alsoδιασαρκων-σαρωνίζω); butδιασαρκών-ισμα: ἀσελγές τι σχῆμα,Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
διασαρκων-ίζω , = foreg., Hsch. (also διασαρκων-σαρωνίζω ); but διασαρκών-ισμα: ἀσελγές τι σχῆμα, Id. διασαρκων-ίζω,=foreg., Hsch. (alsoδιασαρκων-σαρωνίζω); butδιασαρκών-ισμα: ἀσελγές τι σχῆμα,Id.
σάρων: λάγνος, τινὲς δὲ τὸ γυναικεῖον , Hsch. σαρῶνες: τὰ τῶν θηρατῶν λινά , Id. (cf. σαρδών ). σαρωνίζω ,= διασαρωνίζω , Id. ( σαρκ- cod.). σάρων: λάγνος, τινὲς δὲ τὸ γυναικεῖον, Hsch. σαρῶνες: τὰ τ