σάρων: λάγνος, τινὲς δὲ τὸ γυναικεῖον , Hsch. σαρῶνες: τὰ τῶν θηρατῶν λινά , Id. (cf. σαρδών ). σαρωνίζω ,= διασαρωνίζω , Id. ( σαρκ- cod.). σάρων: λάγνος, τινὲς δὲ τὸ γυναικεῖον, Hsch. σαρῶνες: τὰ τ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σάρων: λάγνος, τινὲς δὲ τὸ γυναικεῖον , Hsch. σαρῶνες: τὰ τῶν θηρατῶν λινά , Id. (cf. σαρδών ). σαρωνίζω ,= διασαρωνίζω , Id. ( σαρκ- cod.). σάρων: λάγνος, τινὲς δὲ τὸ γυναικεῖον, Hsch. σαρῶνες: τὰ τ