σαυσιαλεῖ: μαστιγᾶται, Ἠλεῖοι , Hsch. σαυτορία: σωτηρία , Amerias ap. Hsch. σαυτοῦ , v. σεαυτοῦ . σαυχμόν: σαχνόν, χαῦνον, σαθρόν, ἀσθενές , Hsch. σαυσιαλεῖ: μαστιγᾶται, Ἠλεῖοι, Hsch. σαυτορία: σωτηρ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σαυσιαλεῖ: μαστιγᾶται, Ἠλεῖοι , Hsch. σαυτορία: σωτηρία , Amerias ap. Hsch. σαυτοῦ , v. σεαυτοῦ . σαυχμόν: σαχνόν, χαῦνον, σαθρόν, ἀσθενές , Hsch. σαυσιαλεῖ: μαστιγᾶται, Ἠλεῖοι, Hsch. σαυτορία: σωτηρ