σεωυτοῦ , fem. σεωυτῆς , etc., Ion. for σεαυτοῦ (q.v.). σῆ: τρέχε , Hsch. ( Lacon. ,= θεῖ ). σηδόν: γλαυκὸν ἔλαιον , Id. σηδρακεῖ: κτυπεῖ , Id. σεωυτοῦ, fem.σεωυτῆς, etc., Ion. forσεαυτοῦ(q.v.).σῆ: τρ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σεωυτοῦ , fem. σεωυτῆς , etc., Ion. for σεαυτοῦ (q.v.). σῆ: τρέχε , Hsch. ( Lacon. ,= θεῖ ). σηδόν: γλαυκὸν ἔλαιον , Id. σηδρακεῖ: κτυπεῖ , Id. σεωυτοῦ, fem.σεωυτῆς, etc., Ion. forσεαυτοῦ(q.v.).σῆ: τρ