στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν , Hsch. στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ , Id. στροιβός: δεινός , Id. (fort. δῖνος ). στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν, Hsch. στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ, Id.στροιβός: δεινός,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν , Hsch. στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ , Id. στροιβός: δεινός , Id. (fort. δῖνος ). στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν, Hsch. στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ, Id.στροιβός: δεινός,