συνᾱγορέω , συνᾰγορ-άγορος , Dor. for συνηγορέω, -ήγορος (qq. v.). συνᾱγορέω,συνᾰγορ-άγορος, Dor. forσυνηγορέω, -ήγορος(qq. v.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
συνᾱγορέω , συνᾰγορ-άγορος , Dor. for συνηγορέω, -ήγορος (qq. v.). συνᾱγορέω,συνᾰγορ-άγορος, Dor. forσυνηγορέω, -ήγορος(qq. v.).