σύρφος: θηρίδιον μικρόν, ὁποῖον ἐμπίς (cf. σέρφος ?), Hsch. σύρφος: θηρίδιον μικρόν, ὁποῖον ἐμπίς(cf.σέρφος?), Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σύρφος: θηρίδιον μικρόν, ὁποῖον ἐμπίς (cf. σέρφος ?), Hsch. σύρφος: θηρίδιον μικρόν, ὁποῖον ἐμπίς(cf.σέρφος?), Hsch.