συσσοίη: ἡ ἀνεμπόδιστος φορά , Hsch. συσσοῦμαι , pres. inf. συνσοῦσθαι: ἐπὶ τὸ αὐτὸ συμφέρεσθαι , Id. συσσοίη: ἡ ἀνεμπόδιστος φορά, Hsch. συσσοῦμαι,pres. inf. συνσοῦσθαι: ἐπὶ τὸ αὐτὸ συμφέρεσθαι, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
συσσοίη: ἡ ἀνεμπόδιστος φορά , Hsch. συσσοῦμαι , pres. inf. συνσοῦσθαι: ἐπὶ τὸ αὐτὸ συμφέρεσθαι , Id. συσσοίη: ἡ ἀνεμπόδιστος φορά, Hsch. συσσοῦμαι,pres. inf. συνσοῦσθαι: ἐπὶ τὸ αὐτὸ συμφέρεσθαι, Id.