σχενδυλόληπτοι: ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις (sic) ἀπὸ τοῦ χαλκευτικοῦ ὀργάνου, ὃ σχενδύλη λέγεται , Hsch. σχενδυλόληπτοι: ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις(sic)ἀπὸ τοῦ χαλκευτικο
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σχενδυλόληπτοι: ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις (sic) ἀπὸ τοῦ χαλκευτικοῦ ὀργάνου, ὃ σχενδύλη λέγεται , Hsch. σχενδυλόληπτοι: ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις(sic)ἀπὸ τοῦ χαλκευτικο
pincers σκενδύλη,ἡ, A. v. σχενδύλη :— Dim. σκενδύλια,τά,pincers, Hero Bel. 76.11 .