ἄταρχον ( ἀτάραχον cod., post ἀταρτηροῖς ) : ἀχείμαστον, Hsch. ; cf. τάρχη. ἄταρχον(ἀτάραχονcod., postἀταρτηροῖς): ἀχείμαστον, Hsch. ; cf.τάρχη.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἄταρχον ( ἀτάραχον cod., post ἀταρτηροῖς ) : ἀχείμαστον, Hsch. ; cf. τάρχη. ἄταρχον(ἀτάραχονcod., postἀταρτηροῖς): ἀχείμαστον, Hsch. ; cf.τάρχη.
ταρχάνιον: ἐντάφιον , Hsch. τάρχανον ( τερχ- cod.) : πένθος, κῆδος , Id. τάρχη: τάραξις , Id. ταρχάνιον: ἐντάφιον, Hsch. τάρχανον(τερχ-cod.): πένθος, κῆδος, Id.τάρχη: τάραξις, Id.